22.3.12

ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ

"Σιγά μην τρέμεις..."
είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές
όχι αυτων που σου άλλαζαν τη ζωή
και βρισκόσουν ξαφνικά σ'άλλες κάμαρες
να προσκυνάς άλλα αγάλματα
αλλ'εκείνων των ερώτων των μικρών
που για μια μόνο στιγμή
σ'έκαναν να κοιτάς ψηλά
μ'ουράνια οικειότητα
ενώ κάτι άτακτα μονοκοτυλήδονα
το γελάκι, η ματιά
σ'έκαναν να ξεχνάς τα αειθαλή αγκάθια
του κάκτου χρόνου.
Έρωτα μικρέ της τελευταίας στιγμής
ακουμπά σε έναν ώμο φανατικά θνητό
ακουμπά στο κενοτάφιο των ονείρων


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Από Φωτο..γραφήματα

13.3.12

Από Φωτο..γραφήματα

12.3.12

game over


καμία κίνηση
πάγωσα το χρονόμετρο
με το βλέμμα μου
που έλεγε «πες κάτι»

καμία κίνηση
αφήνω τα πιόνια
να εκκρεμούν

με πλήρη επίγνωση
δίνω
πνοή και λόγω ύπαρξης
στο λιγοστό μικρό μου άσπρο,
πρωτοβουλία
στον ιππότη
που στωικά αναμένει,
ελευθερία
στον πύργο

καμία κίνηση
με τόση βουβή θύελλα
μπορώ κι αφήνω
μόνη τη βασίλισσα

καμία κίνηση
χαρίζω
μια χαμένη παρτίδα
θαυμάζοντας
το μπλε
που τη σκακιέρα τυλίγει




Από Πλαίσιο μεταφόρτωσης

11.3.12

ποτέ

ποτέ κανένα ποίημα
δεν θα χωρέσει την αγάπη μου για σένα
κανένα ποίημα
δεν θα'χει τα δάχτυλά μου όταν σ'αγγίζω
το ρίγος στη φωνή μου όταν σου μιλώ
τα γόνατα που τρέμουν σαν σε συναντώ
κανένα ποίημα δεν θα σε σώσει αν χαθώ...
είμαι για σένα το πιο μεγάλο ποίημα
το πιο ερωτικό
με τη φωνή μου σου μιλώ
κι αν δεν ακούς
μες στης ψυχής σου το θολό βυθό
θα μένω πάντα
και θα σ'αγαπώ


Τζούλια Φορτούνη


Από Πλαίσιο μεταφόρτωσης

Η παρέλαση

μ'ακολουθούσε πάντα ένας Τύπος
ερχόταν στο μπαρ και καθόταν
στο πλαϊνό τραπεζάκι
οδηγούσε ολοένα
στην παράλληλη λωρίδα
έμπαινε σπίτι μου


ακοίμητο ένιωθα το βλέμμα του


ποτέ δε μιλούσε
ποτέ δεν μου ζητούσε κάτι
ποτέ δεν τον αντίκρισα ξεκάθαρα
ένα περίγραμμα ήταν μόνο
γυαλιά ρεπούμπλικα και καπαρντίνα
με σηκωμένα πέτα


ώσπου ένα πρωί που ξυριζόμουν
τον είδα απ'τον καθρέφτη
έχασα την ψυχραιμία μου
μα δεν πρόλαβα να γυρίσω
πετάχτηκε από πίσω
και με σκληρό κεφαλοκλείδωμα
με σώριασε ανήμπορο στο πάτωμα
μου φόρεσε σακάκι και γραβάτα
κι έτσι κακοξυρισμένο
με κατέβασε με χειροπέδες
στο αυτοκίνητό του


σαν πλάνα του κινηματογράφου
κυλούσαν απ'τα μάτια μου
θαμπές εικόνες απ'το παρελθόν
πόλεις που επισκέφθηκα
πλάσματα που λαχτάρησα ή μίσησα
μικρά πράγματα που μάζευα με πόνο

φθάσαμε σε ένα λιβάδι μ' ασφοδίλια
μαύρο ποτάμι κατηφόριζε και κρύωνα


στην άλλη όχθη έκαναν παρέλαση
οι σάλπιγγες στρίγκλιζαν  κι ο βούρδουλας
ούρλιαζε στη γυμνωμένη σάρκα

με δίνει στον περαματάρη


πέρασέ τον απέναντι
άκουσα να του λέει
και φρόντισε να μάθει
το βήμα της παρέλασης


Στάθης Κουτσούνης





Από Φωτο..γραφήματα

21.2.12

Από Φωτο..γραφήματα

7.2.12

Κύκνειο άσμα..

με μια εντυπωσιακή στροφή
το λευκό
χίμηξε στον πυθμένα

έπειτα
χάθηκε στο χειμώνα

έμεινε μόνο
ένα πεντάγραμμο
ομόκεντρων κύκλων

λένε,
τα όμορφα τραγούδια
ηχούν πάντα
λίγο πριν το τέλος…